Με ιδιαίτερη επιτυχία πραγματοποιήθηκε στις 20 Μαΐου 2026, στην Αγία Νάπα, το Διεθνές Συνέδριο με θέμα «Επικείμενη Μεταρρύθμιση των Δημόσιων Συμβάσεων – Προκλήσεις και Προσδοκίες από διαφορετικές οπτικές», το οποίο διοργανώθηκε από το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας, στο πλαίσιο της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το Διεθνές Συνέδριο επιβεβαίωσε τον ρόλο της Κύπρου ως ενεργού και αξιόπιστου εταίρου, αναπτύσσοντας τον διάλογο μεταξύ όλων των εμπλεκομένων μερών στη διαμόρφωση του Ευρωπαϊκού πλαισίου που διέπει τις Δημόσιες Συμβάσεις, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην προώθηση του συντονισμού και της συνεργασίας σε ένα πεδίο καθοριστικής σημασίας για την οικονομική ανάπτυξη και τη δυναμική της Εσωτερικής Αγοράς.
Στο πλαίσιο του συνεδρίου παρουσιάστηκαν οι θέσεις και προσεγγίσεις των ευρωπαϊκών θεσμών, μέσα από παρεμβάσεις και παρουσιάσεις εκπροσώπων των αρμόδιων ομάδων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών. Οι παρεμβάσεις εστίασαν στην ανάγκη για ένα συνεκτικό και περιεκτικό πλαίσιο το οποίο θα ανταποκρίνεται στις σύγχρονες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι δημόσιες συμβάσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το συνέδριο συγκέντρωσε εμπειρογνώμονες στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων από σχεδόν όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι εκπροσωπούν τις χώρες τους στην αντίστοιχη Ομάδα Εργασίας του Συμβουλίου της ΕΕ και διαμορφώνουν τις ευρωπαϊκές πολιτικές στον τομέα, καθώς και εκπροσώπους μεγάλων αναθετουσών αρχών από την Κύπρο, επιβεβαιώνοντας τον έντονα διεθνή και ουσιαστικό χαρακτήρα της διοργάνωσης.
Κεντρική στιγμή της εκδήλωσης αποτέλεσε η ομιλία του Υπουργού Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας, ο οποίος έθεσε τον πολιτικό τόνο του συνεδρίου και υπογράμμισε ότι οι δημόσιες συμβάσεις αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία άσκησης δημόσιας πολιτικής, επηρεάζοντας άμεσα την οικονομία, την ποιότητα παροχής δημόσιων υπηρεσιών και την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος.
Ο Γενικός Λογιστής της Δημοκρατίας στην εισαγωγική ομιλία του παρουσίασε τη στρατηγική της Κύπρου για τη μεταρρύθμιση των δημόσιων συμβάσεων, η οποία στηρίζεται σε δύο βασικούς άξονες: την επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό μέσω του επαγγελματισμού και την ενίσχυση των ψηφιακών εργαλείων και της καινοτομίας, με σκοπό τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας, της διαφάνειας και της λογοδοσίας.
Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία, κατά την οποία βρίσκεται σε εξέλιξη η συζήτηση για την αναθεώρηση του ευρωπαϊκού νομοθετικού πλαισίου δημόσιων συμβάσεων. Βασικός στόχος του συνεδρίου ήταν η ανταλλαγή εμπειριών και η διαμόρφωση κοινών αντιλήψεων για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα κράτη μέλη, καθώς και για τις προσδοκίες από τη μελλοντική μεταρρύθμιση του πλαισίου.
Τονίστηκε η ανάγκη για απλοποίηση και η εξισορρόπηση μεταξύ διαφάνειας και ευελιξίας, διαχείρισης κινδύνων και ενίσχυσης της ποιότητας των αποτελεσμάτων. Τονίστηκε επίσης ο αυξανόμενος στρατηγικός ρόλος των δημοσίων συμβάσεων στην επίτευξη ευρύτερων πολιτικών στόχων, όπως η πράσινη μετάβαση, η κοινωνική συμπερίληψη, η καινοτομία, η ανθεκτικότητα και η ανταγωνιστικότητα της Ευρωπαϊκής οικονομίας. Αναγνωρίστηκε τέλος η πολυπλοκότητα και ο αυξημένος διοικητικός φόρτος που προκύπτει από την ταχεία εξάπλωση των προνοιών που αφορούν δημόσιες συμβάσεις σε άλλες νομοθεσίες και τονίστηκε η ανάγκη διαχείρισης και αντιμετώπισης του κατακερματισμού.
Το δεύτερο μέρος του συνεδρίου, επικεντρώθηκε στον επαγγελματισμό στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων, ως βασική προϋπόθεση για την αποδοτική και αποτελεσματική εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου. Αναδείχθηκαν πρακτικές και πρωτοβουλίες σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, με στόχο την ενίσχυση των ψηφιακών εργαλείων, των δεξιοτήτων, της οργάνωσης και διοικητικής ικανότητας των αναθετουσών αρχών.
Οι συζητήσεις και τα συμπεράσματα του συνεδρίου ανέδειξαν τη σημασία της στενής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και των ευρωπαϊκών θεσμών, για τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου, λειτουργικού και ισορροπημένου πλαισίου δημόσιων συμβάσεων, ικανού να ανταποκριθεί στις αυξανόμενες απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των πολιτών της.